Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Εάν δεν βρεθεί μία ριζική λύση, η κοινωνία θα εξεγερθεί όταν υποχρεωθεί από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το οποίο δεν φοβάται και δεν υπολογίζει κανέναν – ενώ η αντίδραση της αυτή θα είναι ξαφνική, εντελώς απρόβλεπτη και απότομη, εκπλήσσοντας τους πάντες με τη βιαιότητα της

Μία τεκμηριωμένα κακή κυβέρνηση δεν σημαίνει αυτόματα πως δεν είναι σε θέση να κάνει καλές προτάσεις – ενώ μία καλή αντιπολίτευση δεν συνεπάγεται πως δεν έχει κακές ή, έστω, λανθασμένες αντιλήψεις. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το γεγονός ότι η κυβέρνηση συνειδητοποίησε πως υπάρχει ανάγκη εθνικής στρατηγικής χρέους, όπως έχουμε άλλωστε επισημάνει στο παρελθόν (ανάλυση), ανάγοντας το θέμα του χρέους στο νούμερο ένα εθνικό μας ζήτημα, αποτελεί μία καλή πρόταση – οπότε πρέπει να τη στηρίξει κανείς, χωρίς να δώσει σημασία στα τεράστια σφάλματα της στο παρελθόν, στα χιλιάδες ψέματα που είπε στους Πολίτες ή στις απελπιστικές της διαπραγματεύσεις.

Αντίθετα η θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (που δεν λέει ψέματα, ενώ είχε φτάσει αρκετά κοντά στην επίλυση του προβλήματος στα τέλη του 2014), σύμφωνα με την οποία το δημόσιο χρέος σήμερα δεν είναι το βασικό μας ζήτημα, αλλά η εξασφάλιση των δυνατοτήτων εξυπηρέτησης του, είναι εκτός τόπου και χρόνου – ειδικά όταν ισχυρίζεται πως αρκεί να πετύχουμε την αποπληρωμή του με ένα ετήσιο ποσόν της τάξης του 15% του ΑΕΠ μας, φέρνοντας ως παράδειγμα την Ιταλία που δαπανά 17-18%.

Εν πρώτοις δεν κατανοεί πως η Ιταλία δεν είναι εκτός αγορών από το 2010, όπως η Ελλάδα, ενώ τα καταφέρνει (ακόμη) επειδή στηρίζεται από την ΕΚΤ. Στη συνέχεια διαπράττει ένα τεράστιο σφάλμα, ισχυριζόμενη πως
εάν η εξυπηρέτηση του χρέους τοποθετηθεί σταθερά στο 15% του ΑΕΠ (στα 26 δις € ετήσια με βάση το σημερινό ΑΕΠ), δεν έχει καμία σημασία το ύψος του – είναι αδιάφορο δηλαδή εάν θα ήταν 100 δις €, 200 δις € ή 300 δις €! Με 100 δις € όμως θα απαιτούνταν θεωρητικά τέσσερα χρόνια, με 200 δις € οκτώ και με 300 δις € δώδεκα – οπότε σαφώς δεν είναι το ίδιο, όπως δεν είναι οι τόκοι που το επιβαρύνουν, οι φόροι που χρειάζονται για να αποπληρωθεί, οι συνέπειες του στην πιστοληπτική μας αξιολόγηση κοκ.

Εκτός αυτού, εάν υποθέσουμε πως θα πετυχαίναμε ετήσιο πλεόνασμα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ μας για τα επόμενα χρόνια, έστω αδιαφορώντας για τις καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία μας, θα εξυπηρετούσαμε μόνο τους τόκους που δεν θα υπερέβαιναν τα 7 δις € ετησίως – οπότε θα έπρεπε να δανειζόμαστε από τις αγορές τα υπόλοιπα 19 δις €.

Είναι όμως δυνατόν να είναι τόσο ανόητες οι αγορές, ώστε να θελήσουν να αναλάβουν τα δάνεια των θεσμικών πιστωτών μας ανακυκλώνοντας το χρέος μας, όταν γνωρίζουν πως η χώρα μας είναι χρεοκοπημένη και κινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματα τους; Ακόμη και αν το έκαναν, τα επιτόκια δανεισμού μας δεν θα ήταν πολύ υψηλότερα από τα σημερινά; Σε μία τέτοια περίπτωση οι τόκοι δεν θα υπερέβαιναν τα πρωτογενή μας πλεονάσματα αυξάνοντας το χρέος; Θα ήταν τότε βιώσιμο;

Θα ανακτούσαμε έτσι την πιστοληπτική μας ικανότητα, χωρίς την οποία δεν πρόκειται να διενεργηθούν επενδύσεις; Δεν κατανοούμε πως, παρά το ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα έχει φτάσει στα επίπεδα της Γερμανίας, ενώ είναι πολύ χαμηλότερο από όλα τα άλλα κράτη της Ευρωζώνης, η ανταγωνιστικότητα μας έχει καταρρεύσει, σύμφωνα με τις χθεσινές ειδήσεις, ακριβώς επειδή δεν διενεργούνται επενδύσεις;

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, η Ελλάδα χρειάζεται τη σύσταση μίας διαπραγματευτικής επιτροπής χρέους, η οποία να αποτελείται από ικανούς επιστήμονες – τους οποίους δεν διαθέτουν τα πολιτικά κόμματα που ασφαλώς θέλουν το καλό της χώρας αλλά δεν μπορούν να τα καταφέρουν. Η επιτροπή αυτή θα πρέπει να πλαισιωθεί από ικανές νομικές και οικονομικές εταιρείες του εξωτερικού, έτσι ώστε να είναι σε θέση να τεκμηριώσει την ανάγκη ονομαστικής διαγραφής του χρέους κατά 50% – εναλλακτικά του παγώματος του για πάνω από 30 χρόνια, το οποίο δεν θα ήταν καθόλου προβληματικό μετατρεπόμενο σε ρευστότητα (=αύξηση της ποσότητας χρήματος κατά 160 δις €) για μία Ευρωζώνη με ετήσιο ΑΕΠ της τάξης των 10 τρις €.

Περαιτέρω η επιτροπή, αποτελούμενη από επιστήμονες που δεν θα είναι μέλη κομμάτων, θα πρέπει να στηρίζεται από όλες τις πολιτικές παρατάξεις, καθώς επίσης από το σύνολο των Πολιτών – όπως συνέβη στη Γερμανία το 1951, όπου μετά από δύο χρόνια επιτυχών διαπραγματεύσεων κατάφερε να διαγράψει πάνω από το 50% των χρεών της, εξασφαλίζοντας την εξυπηρέτηση του υπολοίπου με ρήτρα εξαγωγών.

Κάτι ανάλογο (πάγωμα μέρους των χρεών από την ΕΚΤ) θα έπρεπε να προταθεί και για τις άλλες υπερχρεωμένες χώρες του Νότου, για το ποσόν που υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ τους – αφού διαφορετικά η Ευρωζώνη θα καταρρεύσει, κοστίζοντας στη Γερμανία τεράστια ποσά από τα δάνεια της, από το Target 2, από την άνοδο της ισοτιμίας του μάρκου κοκ.

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, εάν συνεχιστεί το σήριαλ των μνημονίων, των αξιολογήσεων κοκ., χωρίς να λυθεί ριζικά το πρόβλημα των χρεών της, θα λεηλατηθεί σταδιακά τόσο η δημόσια, όσο και η ιδιωτική της περιουσία, με τελική κατάληξη ξανά τη χρεοκοπία της, το αργότερο όταν ξεσπάσει η επόμενη παγκόσμια κρίση – μεταξύ άλλων επειδή η κοινωνία έχει βυθιστεί στην κατάθλιψη μη έχοντας καμία ελπίδα για το μέλλον, οπότε είναι αδύνατον να ανακάμψει η οικονομία.

Κάποια στιγμή πάντως η κοινωνία αυτή θα εξεγερθεί, όταν το υποσυνείδητο της αναλάβει τα ηνία – όταν υποχρεωθεί δηλαδή από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το οποίο δεν φοβάται, καθώς επίσης δεν υπολογίζει κανέναν και απολύτως τίποτα. Φυσικά η αντίδραση της αυτή θα είναι ξαφνική, εντελώς απρόβλεπτη και απότομη, ένας κεραυνός εν αιθρία – ενώ η εκρηκτική βιαιότητα της θα εκπλήξει τους πάντες.

Ακολουθεί  συζήτηση του κ. Σαχίνη με τον κ. Βιλιάρδο:



Σε τροχιά εξόδου από την ιστορία

Είμαστε ανέκαθεν υπέρ της μικτής οικονομίας σε περιβάλλον πραγματικής Δημοκρατίας, επειδή γνωρίζουμε πόσο ωφέλησε τις βιομηχανικές κοινωνίες μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, έως το 1980 περίπου. Ειδικότερα στη Γαλλία, στη Βρετανία και στη Σκανδιναβία, για 30 περίπου χρόνια, οι δημόσιες επιχειρήσεις διαδραμάτιζαν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία – παράγοντας έσοδα για τα κράτη, καθώς επίσης βοηθώντας τα να διατηρήσουν τον ανταγωνισμό στον ιδιωτικό τομέα, επειδή εμποδιζόταν η δημιουργία ολιγοπωλίων.


Την ίδια εποχή, απέναντι στα μεγάλα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου υπήρχε ένα χαμηλό δημόσιο χρέος που μειωνόταν σταθερά – το οποίο άρχισε να αυξάνεται όταν τα δυτικά κράτη, μετά το 1980 που επικράτησε ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, ιδιωτικοποιούσαν (πουλούσαν) τη δημόσια περιουσία. Η αιτία ήταν το ότι, τα κράτη σπαταλούσαν τα έσοδα από την πώληση των δημοσίων επιχειρήσεων, ενώ την ίδια στιγμή έχαναν τα κέρδη που εισέπρατταν από τη λειτουργία τους – έχοντας την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσαν να τα αντισταθμίσουν, με τη φορολογία των ιδιωτών που τις εξαγόραζαν.


Προφανώς κάτι τέτοιο δεν συνέβη, αφού τα κέρδη των ιδιωτών οδηγούνταν σε φορολογικούς παραδείσους, μειώνοντας σταθερά τη φορολογική βάση του δημοσίου – οπότε τα κράτη άρχισαν να επιβάλλουν όλο και πιο υψηλούς φόρους στους Πολίτες τους για να τα αντισταθμίσουν, αυξάνοντας έτσι και τα δικά τους χρέη (των Πολιτών), πόσο μάλλον όταν οι πραγματικοί μισθοί παρέμεναν στάσιμοι.


Παράλληλα δεν είχαν την πρακτική δυνατότητα να εμποδίσουν τη δημιουργία ολιγοπωλίων, η οποία αύξησε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δύναμη της οικονομικής εξουσίας – με τελικό αποτέλεσμα να κυριαρχήσει, καθιστώντας την πολιτική έμμισθο υπηρέτη της (από τότε και μετά επικράτησε η μεγάλη διαφθορά στην πολιτική). Επειδή τώρα είναι αρκετοί αυτοί που τάσσονται υπέρ των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων, νομίζοντας πως οι ίδιοι είναι φιλελεύθεροι ενώ οι υπόλοιποι κρατιστές, ίσως βοηθάει εκτός από την ιστορία το εξής παράδειγμα:
Εάν κάποιος έχει ένα σπίτι που του αποφέρει ένα μηνιαίο ενοίκιο και το πουλήσει, τότε εισπράττει μεν ένα ποσόν, αλλά χάνει το ενοίκιο – όπως στην περίπτωση του ΟΠΑΠ ή του ΟΤΕ στην Ελλάδα. Όταν τώρα ξοδέψει αυτό το ποσόν για να ικανοποιήσει κάποιες ανάγκες του (τα κράτη συνήθως σε υπερβολικές παροχές στους εκλογείς των εκάστοτε κομμάτων εξουσίας, στον πλουτισμό των διεφθαρμένων πολιτικών κοκ.), τότε περνάει μεν ένα μικρό χρονικό διάστημα καλά, αλλά στη συνέχεια ευρίσκεται σε χειρότερη θέση, αφού δεν έχει τα έσοδα του ενοικίου – οπότε αναγκάζεται να δανειστεί για να τα καλύψει, καθώς επίσης για να διατηρήσει σε κάποιο βαθμό το βιοτικό επίπεδο που έχει συνηθίσει πουλώντας το σπίτι του. Επομένως τα χρέη του αυξάνονται, όταν την ίδια στιγμή τα περιουσιακά του στοιχεία μειώνονται – με τελική κατάληξη την υπερχρέωση του, οπότε την εξάρτηση του από τους πιστωτές.
Με τον παραπάνω τρόπο έχουμε φτάσει στη σημερινή εποχή, όπου τα βιομηχανικά κράτη έχουν ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία, ταυτόχρονα με τεράστια χρέη – ενώ σε ορισμένα από αυτά, όπως στις Η.Π.Α. και στη Μ. Βρετανία, η καθαρή τους θέση, η οποία προκύπτει εάν από τα περιουσιακά τους στοιχεία αφαιρεθούν τα χρέη, είναι πλέον αρνητική! Λογικά λοιπόν έχουν καταλήξει όμηροι των αγορών, με τους Πολίτες τους σκλάβους χρέους.


Περαιτέρω η μικτή οικονομία, όπου ανήκουν στο κράτος οι κοινωφελείς επιχειρήσεις, οι μονοπωλιακά κερδοφόρες, καθώς επίσης οι στρατηγικές, ενώ το συντριπτικό ποσοστό των υπολοίπων ανήκει στους ιδιώτες, είναι η μοναδική πραγματικά φιλελεύθερη – αφού κανένας δεν μονοπωλεί την ιδιοκτησία, ενώ εξασφαλίζεται ο ανταγωνισμός. Ορισμένοι βέβαια θεωρούν ότι, το μειονέκτημα των κρατών είναι η κακή διαχείριση των δημοσίων επιχειρήσεων με αποτέλεσμα να μην δημιουργούν έσοδα – αλλά, αντίθετα, να επιβαρύνουν με ζημίες τους προϋπολογισμούς.


0

Όμως, αυτό δεν είναι πρόβλημα του κράτους, αλλά του συστήματος που το διέπει – με την έννοια πως εάν δεν τιμωρούνται ποινικά οι πολιτικοί για την κακή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και για τη μη τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων τους, δεν ελέγχονται από τους Πολίτες συνεχώς και δεν ανακαλούνται όταν κάνουν λάθη με την κήρυξη νέων εκλογών, τότε το θέμα είναι πολιτικό και όχι οικονομικό.


Εκτός αυτού είναι δεδομένο το ότι, οι ιδιωτικοποιημένες δημόσιες επιχειρήσεις κερδίζουν επειδή μειώνουν το προσωπικό και τους μισθούς, αυξάνοντας τις τιμές, όπως στο παράδειγμα των ελληνικών αεροδρομίων – οπότε οι ιδιώτες δεν είναι τόσο ικανοί, όσο λέγεται, ενώ ασφαλώς θα μπορούσαν και τα κράτη να κάνουν κάτι ανάλογο.


Τέλος, όταν οι ιδιώτες κατέχουν όλες τις επιχειρήσεις μίας χώρας, είναι σε θέση να εκβιάζουν πάρα πολύ εύκολα τις κυβερνήσεις απαιτώντας επιδοτήσεις, μειώσεις φόρων κοκ. – με την απειλή της απόλυσης εργαζομένων, της μεταφοράς των επιχειρήσεων σε άλλες χώρες κλπ.


Η Ελλάδα
69Στην περίπτωση τώρα της Ελλάδας, στην οποία επιβάλλονται από τους πιστωτές μαζικές ιδιωτικοποιήσεις σε εξευτελιστικές τιμές (όπου το κράτος όχι μόνο δεν έχει έσοδα αλλά τις επιδοτεί επί πλέον, ενώ χάνει και τα κέρδη του όπως στο παράδειγμα των αεροδρομίων), αυτό που θα συμβεί μελλοντικά θα είναι η μετατροπή της σε μία χώρα της Lidl – σε μία γερμανική αποικία δηλαδή, όπου οι Έλληνες θα έχουν το ρόλο του φθηνού εργατικού δυναμικού των νέων ιδιοκτητών της χώρας τους, με ανταγωνιστές τους μετανάστες.


Εύλογα λοιπόν προβλέπεται πως η Ελλάδα, έτσι όπως τη γνωρίζουμε, βρίσκεται σε τροχιά εξόδου από την Ιστορία, εάν οι Πολίτες της δεν αντιδράσουν και αν η κυβέρνηση συνεχίσει να υποκύπτει στις πιέσεις της πρωσικής κυβέρνησης – με την έννοια πως αργά ή γρήγορα θα εγκαταλειφθεί από τους νέους, οι θάνατοι είναι πολύ περισσότεροι από τις γεννήσεις, οι ηλικιωμένοι κάποια στιγμή θα φύγουν από τη ζωή, ενώ το κενό θα καλυφθεί από άλλους λαούς, αφού η φύση και η ιστορία απεχθάνονται τα κενά.


Φυσικά είμαστε σε θέση ακόμη να το αποφύγουμε, εάν καταπολεμήσουμε τη διχόνοια, καθώς επίσης εάν ενώσουμε όλοι μαζί τις δυνάμεις μας – εν πρώτοις συστήνοντας μία κοινή επιτροπή διαπραγμάτευσης του χρέους, έτσι όπως έχουμε προτείνει (άρθρο). Προφανώς η επιτροπή αυτή θα μπορούσε να αποτύχει, οπότε θα έπρεπε να προβούμε σε άλλες ενέργειες – όπως στη στάση πληρωμών εντός της Ευρωζώνης, την οποία δεν έχει τη δυνατότητα να μας απαγορεύσει κανείς, ούτε να μας διώξει ακούσια από το ευρώ.


Ακόμη όμως και να αναγκαζόμαστε κάποια στιγμή να επιλέξουμε την έξοδο μας από τη νομισματική ένωση, επειδή θα μας υποχρέωνε ίσως η ΕΚΤ σταματώντας την παροχή ρευστότητας, απλά θα καταθέταμε αίτηση όπως η Μ. Βρετανία – ξεκινώντας τις διαπραγματεύσεις που θα διαρκούσαν τουλάχιστον δύο χρόνια.
Στο διάστημα αυτό κανένας δεν θα μας εμπόδιζε να υιοθετήσουμε ένα παράλληλο σύστημα πληρωμών – έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η ρευστότητα στην οικονομία μας, να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες για να μη χαθούν οι καταθέσεις έως ότου μπορέσουμε να τις ιδιωτικοποιήσουμε ξανά, να ιδρύσουμε μία κακή τράπεζα για τα κόκκινα δάνεια, μία επενδυτική για να στηριχτεί η πραγματική οικονομία, να συντάξουμε ένα αναπτυξιακό σχέδιο, να μειώσουμε τους φόρους  κοκ. Εν προκειμένω είναι γκεμπελικό το να μας κατηγορούν για μη σταθερό φορολογικό πλαίσιο οι δανειστές, όταν οι ίδιοι επιβάλλουν καθημερινά νέους φόρους.


Σε κάθε περίπτωση, εάν εξασφαλίσουμε έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, καθώς επίσης ένα πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η έξοδος από το ευρώ που ναι μεν δεν την επιθυμούμε αλλά μπορεί να υποχρεωθούμε, δεν θα ήταν συνώνυμη με το τέλος του κόσμου – αφού το πλεονασματικό ισοζύγιο θα μας εξασφάλιζε τις εισαγωγές των προϊόντων που έχουμε ανάγκη χωρίς πιστώσεις, ενώ ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός θα μας επέτρεπε να μην δανειζόμαστε για την κάλυψη των εξόδων του δημοσίου.


Ως εκ τούτου οι κατηγορίες πως δεν παράγουμε ούτε λεμόνια είναι παραπλανητικές – αφού το θέμα δεν είναι εάν παράγουμε κάτι συγκεκριμένο, αλλά το εάν έχουμε τα έσοδα για να το αγοράσουμε, παράγοντας κάποιο άλλο. Για παράδειγμα, εάν έχουμε επιλέξει τον τουρισμό ή η ναυτιλία για να παράγουμε έσοδα αντί την καλλιέργεια των λεμονιών, δεν είναι καθόλου αρνητικό – ενώ δεν κατηγορεί κανείς τη Γερμανία επειδή κατασκευάζει αυτοκίνητα και εισάγει λεμόνια, όπως συμβαίνει με εμάς.


Στα πλαίσια αυτά η τρομοκρατία που ασκείται από ορισμένα ΜΜΕ, από «ειδικούς» κοκ., όσον αφορά την έξοδο από την Ευρωζώνη, δεν πρέπει να μας επηρεάζει – ούτε οι συνεχείς απειλές του κ. Σόιμπλε, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να μας εξευτελίζει και να μας προσβάλει, έτσι ώστε να μην τολμήσουμε να μη συμβιβαστούμε με τις παράλογες απαιτήσεις του.


Επίλογος
Ολοκληρώνοντας η κυβέρνηση, έχοντας επιλέξει την εφαρμογή των μνημονίων βασιλικότερα του βασιλιά, αντί την εναλλακτική της ρήξης που απαίτησαν οι Πολίτες δυο φορές (όταν την ψήφισαν για πρώτη φορά και με το δημοψήφισμα), χωρίς οι πιστωτές να τηρήσουν τις δικές τους υποσχέσεις, έχει πλέον το ηθικό έρεισμα να προβεί στη ρήξη – με πιθανότερο αποτέλεσμα να αναζωπυρωθεί η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, ενδεχομένως με αφετηρία την Ιταλία, η οποία θα κοστίσει πολύ μεγαλύτερα ποσά στον κ. Σόιμπλε από αυτά που μας αρνείται.


Φυσικά ο στόχος της δεν θα ήταν αυτός, αλλά το σταμάτημα της τροχιάς εξόδου της χώρα μας από την Ιστορία, η οποία θα ήταν πολύ πιο οδυνηρή συγκριτικά με την έξοδο από την Ευρωζώνη – κάτι που ασφαλώς κατανοούν όλοι οι Έλληνες, όσο δικαιολογημένοι και αν είναι οι φόβοι τους για το μέλλον της χώρας τους μετά την εγκατάλειψη του κοινού νομίσματος.


Διαπραγματεύσεις όμως χωρίς ρίσκο δεν έχουν ποτέ αποτέλεσμα, αν και το ρίσκο πρέπει να περιορίζεται όσο είναι δυνατόν – ενώ η τελευταία μας ευκαιρία είναι σήμερα, πριν από τις γερμανικές εκλογές και πριν από την τέταρτη δανειακή σύμβαση, συνοδευόμενη από νέα μνημόνια που θέλει να μας επιβάλλει η Γερμανία (πηγή).